Μενού Κλείσιμο

Οι βασικοί τύποι των ελληνικών ενδυμάτων παρέμειναν ίδιοι για πάρα πολλούς αιώνες. Μπορούσαν όμως να διαφοροποιηθούν ως προς το διάκοσμο ή τον τρόπο που ήταν διπλωμένα ή ζωσμένα ανάλογα με τη μόδα της εποχής.

Διαφορές ενδυμασίας ανάλογα με την τάξη (οικονομική, κοινωνική):

Οι χειρωνάκτες, οι άνθρωποι της υπαίθρου και οι δούλοι φορούσαν την εξωμίδα (το ένδυμα που αφήνει τον ώμο γυμνό), οι αγρότες από πάνω φορούσαν την κατωνάκη με χοντρό μαλλί με παρυφή από προβιά, οι αλιείς τον φορμό από πλεκτή ψάθα και οι βοσκοί τη διφθέρα.

Τρόποι κατασκευής ενδυμάτων στην αρχαιότητα:

Ο κάθετος αργαλειός με βάρη αποτελεί τον κύριο τύπο αργαλειού της κλασσικής αρχαιότητας, αλλά ταυτόχρονα και της προϊστορικής εποχής στον ελλαδικό χώρο. Η ύφανση στον κάθετο αργαλειό γινόταν από κάτω προς τα πάνω, ενώ το έτοιμο ύφασμα τυλιγόταν γύρω από το επάνω δοκάρι το οποίο είχε κυλινδρική διατομή για να τυλίγεται γύρω του το έτοιμο ύφασμα. Η σαΐτα, κερκίς, με την τυλιγμένη κλωστή το πηνίον, είναι το βασικό εργαλείο διαπλοκής των στημονιών και των υφαδιών. Τέλος ορισμένα ακόμη βασικά εργαλεία του αργαλειού ήταν η σπάθη, με τη μορφή σπαθιού, μέσω του οποίου χτυπούσε η υφάντρα προς τα πάνω το υφάδι, και οι αγνύθες.

ΕΙΔΗ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ

Ο μάλλινος πέπλος

Γυναικείο ένδυμα, διαμορφώνονταν μέσα από ένα ορθογώνιο ύφασμα το οποίο δεν χρειαζόταν καν να ραφτεί. Με πόρπες και περόνες καρφιτσώνονταν η επάνω παρυφή του υφάσματος με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται άνοιγμα για το λαιμό και το δεξιό βραχίονα.
Ο πέπλος μπορούσε να φορεθεί επάνω από το χιτώνα.

Χιτώνας

Φοριόταν τόσο από άντρες, όσο και από γυναίκες και ήταν λινός. Ο χιτώνας σχημάτιζε μανίκια, τις χειρίδες, που ήταν κοντές και έφεραν κομβία. Ο χιτώνας με μανίκια ονομάζονταν χειριδωτός.

Διακρίνονται δύο είδη του αρχαίου χιτώνα: ο ένας φαρδύς κι ο άλλος στενός.

Ο πέπλος και ο χιτώνας φοριόταν συχνά με ζώνη στη μέση. Ο χιτώνας όταν δεν ζώνονταν ονομάζονταν ορθοστάδιος, ενώ εάν έφτανε ως τα πέλματα ονομάζονταν ποδήρη.

Ένα είδος χιτώνα ήταν ο ετερομάσχαλος ή εξωμίς με ακάλυπτο τον ένα ώμο, ρούχο που φοριόταν κυρίως από τους χειρώνακτες.

Ιμάτιο

Χαρακτηριστικό ένδυμα της αρχαϊκής περιόδου ήταν και το λεγόμενο λοξό ιμάτιο γνωστό από τις αρχαϊκές Κόρες της Ακρόπολης. Το ιμάτιο ήταν ένα μακρύ ύφασμα που το περνούσαν κάτω από την αριστερή μασχάλη, το τύλιγαν γύρω από το στήθος και την πλάτη και το κούμπωναν πάνω από το δεξιό βραχίονα. Από την άλλη πλευρά έπεφτε ανοιχτό προς τα κάτω.

Χλαμύδα

Ήταν αποκλειστικά ανδρικό ρούχο. Συνήθως ήταν πιο κοντή από το ιμάτιο. Στερεωνόταν στο δεξιό ώμο με πόρπη ή περόνη, ώστε να καλύπτεται ο αριστερός βραχίονας από την κλειστή πλευρά του υφάσματος, με το δεξιό τελείως ακάλυπτο.

Η χλαμύδα ήταν περισσότερο ένδυμα των εφήβων, των ταξιδιωτών και των στρατιωτών.

Άλλα είδη

• Το στροφίον ήταν ένα είδος εσωρούχου.
• Το επίβλημα ήταν εσάρπα.

Οι άνδρες φορούσαν ένα καπέλο, τον πέτασο, ενώ οι γυναίκες φορούσαν πιο συχνά ένα διάδημα (διά + δένω), το στεφάνι.

 

ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ

Έξω από την οικία τους φορούσαν σανδάλια από δέρμα, μπότες και άλλα υποδήματα, ενώ μέσα κυκλοφορούσαν περισσότερο ξυπόλυτοι αν και υπήρχε και υπόδημα που χρησίμευε όπως οι σημερινές παντόφλες.

ΑΝΑ ΠΕΡΙΟΧΗ

Ονομαστά ήταν τα διάφανα υφάσματα της Λακωνίας και του Τάραντα, τα πολυτελή της Κορίνθου, των Μεγάρων και της Μιλήτου.

Σε ορισμένες αρχαίες πόλεις υπήρχαν απαγορεύσεις σχετικά με το είδος των ενδυμάτων που έπρεπε να φοριούνται. Για παράδειγμα στις Συρακούσες μόνο οι εταίρες μπορούσαν να φορούν πολύχρωμα ρούχα.

 

Αρχαία Αθήνα:

Η ενδυμασία των Αρχαίων Ελλήνων ήταν κατασκευασμένη από υφάσματα με ζωηρά χρώματα όπως πορφυρό, κόκκινο, πράσινο και γαλάζιο. Το κύριο αντικείμενο της αντρικής ενδυμασίας ήταν ο χιτώνας, που τον φορούσαν κατάσαρκα. Πάνω από αυτόν, οι Αθηναίοι φορούσαν το ιμάτιο. Κατά την διάρκεια του πολέμου, του κυνηγιού και σε περίοδο ταξιδιών οι Έλληνες φορούσαν την χλαμύδα, ενώ φορούσαν κάλυμμα για να προστατεύουν το κεφάλι τους από την ζέστη και την βροχή. Η ενδυμασία των γυναικών φτιαχνόταν από μάλλινο ύφασμα, πανί και λινάρι, ενώ τα χρώματα που προτιμούσαν ήταν το κίτρινο, κόκκινο, ερυθρό, πράσινο και το λευκό. Το σύνολο συμπλήρωναν κοσμήματα όπως δακτυλίδια και βραχιόλια.

Ο Σόλων στην Αθήνα επέτρεπε η νύφη να έχει μέχρι τρία ενδύματα στην προίκα της, ενώ αυστηροί ήταν επίσης και οι κανονισμοί διαφόρων ιερών σε σχέση με την ενδυμασία.

Οι μέτοικοι στα Παναθήναια φορούσαν πορφυρά και οι Αθηναίοι λευκά ρούχα. Οι ιερείς και οι ιέρειες φορούσαν συνήθως άζωστο χιτώνα και κάποτε από πάνω επενδύτη με πλούσια διακόσμηση, ρούχα λευκά, σπάνια πορφυρά. Στις κηδείες φορούσαν μαύρο αλλά και χρώματα σκούρα, ενώ αντίθετα στο Άργος φορούσαν λευκά.

Αρχαία Σπάρτη:

Οι Σπαρτιάτισσες φορούσαν ένα απλό μίνι χιτώνα με σκίσιμο στο δεξί μηρό που άφηνε ξεσκέπαστο τον ένα ώμο.

Οι Σπαρτιάτες οπλίτες φορούσαν πορφυρούς χιτώνες για να μην φαίνεται ο τραυματισμός τους στην μάχη.

Το πιο απλό γυναικείο ένδυμα ήταν των κοριτσιών της Σπάρτης. Πρόκειται για το πέπλο που ανοικτός και κοντός χρησίμευε σαν χιτώνας και ιμάτιο συγχρόνως.

ΠΗΓΕΣ:

https://ellinondiktyo.blogspot.com/2017/08/blog-post_30.html

http://www.tmth.edu.gr/aet/thematic_areas/ p135.html

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%88%CE%BD %CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B7_%CF%83%CF %84%CE%B7%CE%BD_%CE%91%CF%81%CF%87 %CE%B1%CE%AF%CE%B1_%CE%95%CE%BB%CE %BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1

Βιβλιογραφία
– Ν. Γιαλούρης, Ελληνική Τέχνη, Αρχαία Γλυπτά, 108, Εκδοτική Αθηνών 1994.
– Blanck H., Εισαγωγή στην Ιδιωτική Ζωή των Αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004.
– Pekridou Gorecki A., Mode in der Antike, 1989.